Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Μέρα Θρήνου Νο 546.

Γιορτάζουμε.
Για την πνιγμένη στη λησμονιά αθωότητα.
Για όλα τα παιδιά που δε θα ξαναδούν μια πεταλούδα
σαν να ήταν πρώτη φορά.
Πνίγουμε την ανυπομονησία
με σταλαγματιές από νέκταρ ξεχασμένο 
στους αιώνες των αιώνων. 
Κήποι και μακρινά δάση
δε θα χαϊδέψουν ξανά ποτέ 
την ήσυχη επιδερμίδα των ονείρων.
Ούτε το συντροφικό παράθυρο 
θα  μας κοιτάξει ξανά
σαν να εύχεται δύναμη στον αγώνα.
Περιμένουμε την κομμένη στα δύο νύχτα 
να μας συντροφέψει σαν φώτα μακρινής πόλης
σαν ανάμνηση χορού που δε χορεύτηκε ποτέ.
Ύστερα, γνωρίζουμε με ανέλπιδη σιγουριά
ότι πέρασε η Άνοιξη των χειλιών,
η χαρούμενη ευθυμία των ανοιξιάτικων πουλιών της νύχτας,
οι πόρτες που ανοίγουν σε Νέους Κόσμους, 
το τρένο που σπρώχναμε όλοι μαζί για τον αγαπημένο προορισμό. 
"Το τρένο σταμάτησε στο Βερολίνο",
ακούσαμε στις βραδινές ειδήσεις.
Ίσως να ήταν αυταπάτη
αλλά πόσο άγιο είναι το ψέμα
που δίνει μια θεϊκή ουσία στον άνθρωπο; 
Κάναμε βόλτα στα στενοσόκακα Παρισιού το '71,
αγναντεύαμε το αυγουστιάκο φεγγάρι,
σχεδιάζαμε ταξίδια στις πόλεις της κόκκινης νύχτας, 
λίγα σου είναι όλα αυτά;
Καμιά δύναμη πια δεν ταξιδεύει
εκεί που γερασμένες φωνές δεν κοιτάζουν πια στο λιμάνι
αλλά στο χάος που πλανιέται κάτω από τα πόδια μας. 
Μέρα Θρήνου Νο 546:
Θα μπορούσα να σου πω κι άλλα
αλλά ξέρω ότι περιμένεις κι απόψε την καθημερινή, καθιερωμένη επίσκεψη.  

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Φλεγόμενος χορευτής.

Για μια νύχτα πίστεψα
στην αλήθεια των χειλιών,
στο κάθε άγγιγμα ανέμου που έδινε ενδιαφέρον στο σκοτάδι.
Οι μοναχικοί οδοιπόροι των βουνών
δεν περιμένουν ανταμοιβή για τους κόπους τους.
Οι κόποι τους είναι η ανταμοιβή τους.
Το νυχτερινό επαναλαμβανόμενο μέτρημα
μόλις ξεκινά.
Θα δεις τα δέντρα που σε συντρόφευαν στην απεγνωσμένη απόλαυση.
Τα λιμάνια που κανείς δεν περίμενε.
Τους φάρους που άναβαν χωρίς λόγο.
Τα νερά που δεν περίμεναν καμιά θάλασσα συμφιλίωσης.
Ωστόσο, ακόμα και στις εποχές των γκρεμισμένων αστεριών,
αδέρφια μας πιστεύουν στων χειλιών την αλήθεια.
Τι περίμενες καθώς χόρευες στην κορυφή;
Την κατανόηση αυτών που ανάβουν τους φάρους χωρίς νόημα;
Περίμενες αγαπημένους συγγενείς στην προκυμαία;
Ή μήπως την αναπάντεχη σιγουριά ότι αλλάζουν οι εποχές 
πριν αλλάξει η αντίληψή μας για αυτές;
Μέρα Θρήνου Νο 535:
Η απεγνωσμένη προσπάθεια να πεις την αλήθεια,
όταν το Ψέμα σου σε περιμένει στην επόμενη γωνία.

Μέρα Θρήνου Νο 535

Χαμένες νύχτες έγιναν μέρες χωρίς νόημα.
Κανένας δεν κοίταξε πέρα από τον τοίχο που υψωνόταν μέρα με τη μέρα
στο χρώμα του ουρανού.
Η μονιμότητα καθαγίασε την οργή.
Τα βήματα μας έφεραν πιο μακρυά από όσο περιμέναμε.
Κάθε μικρό φως μες στο σκοτάδι ήταν μια δικαιολογία για όσα ακολούθησαν.
Κοίταξε για τελευταία φορά κάθε κομμάτι της μηχανής
προτού το αφήσει για πάντα στην αποθήκη
κι αποχαιρέτησε με φωνές απόκοσμες την ίδια ύπαρξη.
Δε μπορεί να ρυθμίσει τη ροή από συναισθήματα και ένστικτα.
Παρά σε κάθε καινούρια λέξη
δηλητηρίαζε με φθόνο για έναν απρόσωπο εχθρό.
Το βήμα του ταίριαζε.
Είχε το πρόσωπο που εναντιωνόταν.
Γιατί να μην είναι αυτός;
Τον χρειαζόμαστε, άλλωστε.
Για να δικαιολογήσει κάθε τρέκλισμα,
για να δώσει ζωή θανάτου σε κάθε νύχτα χωρίς νόημα.
Μέρα Θρήνου Νο 535:
Καθώς θυμάσαι, 
να χαίρεσαι για τη νύχτα που έγινε μέρα.

Η μυστικότητα του τρόμου.

Τα χέρια γύρω από το λαιμό
με αγάπη ατελείωτη να δίνουν και να παίρνουν αυτό που κανείς δε μπορεί 
να δώσει ή να πάρει.
Χτες ήταν σε μια πλατεία, σε ένα μοναχικό παγκάκι.
Αύριο, μπορεί να συντροφεύει τις ώρες κάποιου που φτερουγίζει προς το παρελθόν.
Ποιος ξέρει;
Η σιγουριά σκότωσε τα πιο παράτολμα πετάγματα.
Με μια σφεντόνα γυρισμένη προς τον ουρανό
παρακολουθούσε κλαίγοντας όλα τα προηγούμενα βράδια
τη μοίρα να γεννιέται. 
Όταν τα αστέρια άλλαξαν πορεία
κι ο κύκλος των εποχών γύρισε αναπάντεχα
δεν το είχε καταλάβει, 
το είδε μόνο σε ένα σύννεφο,
το άκουγε στην ηρεμία του βυθού.
Εκεί τριγύριζαν κάθε βράδυ
κλεισμένοι στη μακαβριότητά τους
όλοι οι φρουροί της άνοιξης
αυτοί που δεν εγκατέλειψαν ποτέ 
το χυδαίο τους έργο. 
Τα λόγια ήταν περιττά.
Τα λόγια ούτε καν ακούστηκαν.
Μόνο μια ενόχληση πιο ανεπαίσθητη από απαλό ήχο
μα τόσο δυνατή που ανατίναξε τα γύρω βουνά.
Μέρα Θρήνου Νο 534:
ένα ταξίδι πού και πού
είναι χρήσιμο για τον καθένα.

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Μέρα Θρήνου Νο 530

Ο τόμος έκλεισε με μεγάλο πάταγο.
Το πρόσωπο του καλόγερου κοίταξε στον καθρέφτη με ανακούφιση
και φόβο αβέβαιο μαζί. 
Ποιος ερχόταν;
Ποιος καβαλάρης ακουγόταν αδιάκοπα τις τελευταίες νύχτες;
Τη μέρα μόνο φήμες τριγυρνούσαν, μεθυσμένες στα ξεχασμένα καπηλειά,
σχεδίαζαν συνωμοσίες που γκρέμιζαν και έχτιζαν τα θεμέλια της Γης σε ένα λεπτό.
Αλλά κάθε νύχτα γινόταν πιο μικρή, καθώς η βιαστική ανάσα
γέμιζε με ανησυχία το μικρό κελί. 
"Ποιος πρόλαβε να διαβάσει τον τόμο πριν από μένα;
Ποιος υπογράφει τις σελίδες αυτές;
Τι γύρευα χτες τη νύχτα στην πλατεία των αναμνήσεων;"
έγραφε ο καλόγερος στο τείχος των επιθυμιών.
Την είδα χτες και έλιωνε η ομορφιά της
σε ένα χλωμό φεγγάρι
ξεχασμένο από καιρούς αλητείας και περιφρόνησης.
Ήχοι του χτες ακούστηκαν με άλλο χτύπο σήμερα.
Καιρός πια για πάλη ή φυγή! 
Φυγή από ποιον; 
Ποιος με περίμενε χτες στην πύλη 
και με φιλικό χτύπημα με καλωσόρισε στο εξεγερμένο μαρτύριο;
Πού τον είχα ξαναδεί; 
Ήταν σε κάποιο άλλο μοναστήρι, 
ίσως σε κάποια από τις πολλές γαλλικές επαναστάσεις;
Μεθούσαμε μαζί το βράδυ που οι εφτά έριξαν το Μάγο.
Χτυπούσαμε δυνατά παλαμάκια 
κάπου στη βόρεια Μαδαγασκάρη με τον Κάπτεν Μίσιον.
Ψάχναμε τη γέφυρα 
μα, το πιο αποτρόπαιο μυστικό:
Ψάχναμε και τρόπο να τη γκρεμίσουμε.
"Σε περίμενα καιρό και σήμερα που ήρθες ήταν πρώτη φορά που σε αναπολώ", 
αποκρίθηκε ο φύλακας της Πύλης,
καθώς χτυπούσε φιλικά την πλάτη.
Μέρα Θρήνου Νο 503:
Ο τόμος έκλεισε με μεγάλο πάταγο.
Το πρόσωπο του καλόγερου κοίταξε στον καθρέφτη με ανακούφιση
και φόβο αβέβαιο μαζί. 
Για τις νύχτες που έρχονται...